Μπροστά στη Συνδιάσκεψη
Το τελευταίο διάστημα είχαμε καλή και συλλογική δουλειά στην
αυτοδιοίκηση και τη νεολαία, αλλά και κυκλοφορία κειμένων που συνθέτουν
έναν πλούσιο διάλογο στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι, ευτυχώς,
αντισταθμίστηκαν οι εντάσεις που είχαν παρουσιαστεί πριν από τις
ευρωεκλογές, το «μπλοκ εναντίον μπλοκ» που διαφάνηκε στο τελευταίο
Πανελλαδικό Συντονιστικό, και τα πολλά κρούσματα μη συντροφικής κριτικής
(δηλαδή κριτικής που δεν έχει σκοπό να πείσει αλλά να στοχοποιήσει
χρησιμοποιώντας αφορισμούς) μεταξύ συντρόφων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Μπορεί η δημοκρατία στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μην έκανε όλα τα βήματα που θα
έπρεπε, μπορεί να μην έχουμε ακόμη γίνει ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών, μπορεί
συχνά το τελευταίο διάστημα να φαινόμαστε (και να φερόμαστε, με ευθύνη
όλων) σαν απλό άθροισμα οργανώσεων, ωστόσο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει πετύχει μια
μεγάλη νίκη: οι αντιπαραθέσεις και οι διαφορετικές απόψεις διαπερνούν
πλέον οριζόντια τις οργανώσεις της. Μέλη διαφορετικών οργανώσεων
εκφράζουν, τόσο σε εσωτερικές διαδικασίες όσο και δημόσια, απόψεις που
είναι κοντινές μεταξύ τους. Τούτο το ελπιδοφόρο αποτέλεσμα ήρθε χάρη
στην ίδια τη λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και μπορεί να την πάει ακόμη πιο
μπροστά, αν –εν όψει και της Συνδιάσκεψης- αφήσουμε ν' αναπτυχθούν αυτές
οι απόψεις και να γίνει ζωντανή συζήτηση.
Αυτή η κατάσταση μπορεί να λειτουργήσει με δύο τρόπους: είτε θα την
αποδεχτούμε ως κάτι θετικό, θα χαλαρώσει λίγο η «πειθαρχία» κάθε
οργάνωσης και θα γίνει διάλογος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την αρχή «ένα μέλος -
μία γνώμη», είτε οι οργανώσεις θα φοβηθούν, θα κλειστούν στα καβούκια
τους, και θα έχουμε μια χαλαρή συμφωνία σφιχτά οργανωμένων σχηματισμών
που θα κάνουν πολιτική εντός και εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και κανείς δεν θα
δεσμεύεται από τις συλλογικές αποφάσεις.
Με όλα αυτά δεν θέλουμε καθόλου να εξυμνήσουμε την ιδιότητα του
«ανένταχτου» ή να ισχυριστούμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν χρειάζεται τις
οργανώσεις. Το αντίθετο: Οι οργανώσεις μπορούν και πρέπει να συμβάλλουν
στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την αυτοτέλειά τους, με τις ιδιαίτερες θεωρητικές και
πολιτικές επεξεργασίες, με την ενεργό δράση των μελών τους. Όμως, όσο η
ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται την αυτοτέλεια των οργανώσεων, άλλο τόσο και οι
οργανώσεις χρειάζονται και πρέπει να σεβαστούν την αυτοτελή μετωπική
λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καθώς και τον πολιτικό ρόλο των χιλιάδων
μαχόμενων μελών της.
Η κατάσταση είναι κρίσιμη και πολύ αντιφατική για να θεωρούμε ότι
κάποιος ή κάποιες κατέχουν την απόλυτη αλήθεια ή τη σωστή «συνταγή». Οι
συνθήκες είναι ώριμες για να γίνει πραγματικός διάλογος μέσα στην
ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και να υπάρξουν πραγματικές συνθέσεις και συγκλίσεις. Η πορεία
προς τη Συνδιάσκεψη θα είναι δείκτης σ' αυτό. Είτε θα προωθήσει την
πολιτική μας γραμμή και θα βαθύνει τη δημοκρατία εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ,
είτε θα βρεθούμε σε αδιέξοδο.
Χρειάζεται επαναστατική αριστερά στις σημερινές συνθήκες;
Ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η διεθνής οικονομική κρίση, αλλά
και οι πόλεμοι που ζώνουν τη γειτονιά μας, υπογραμμίζουν ότι ζούμε σε
περίοδο ιστορικών αλλαγών. Παρότι πολλοί το εύχονται, ο κεϋνσιανισμός
δεν αποτελεί επιλογή του κεφαλαίου για την έξοδο από την κρίση, γι’ αυτό
και η λογική που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή ένα μείγμα κεϋνσιανισμού
και παραχωρήσεων προκειμένου να «σωθεί ο λαός», στην πραγματικότητα
είναι επικίνδυνη, αφού πολύ γρήγορα θα σκοντάψει στην άρνηση ή θα
ενσωματωθεί στον επιθετικό νεοφιλελευθερισμό των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων
και την επίθεση του διεθνούς κεφαλαίου. Τούτο είναι ήδη φανερό στη δεξιά
μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ όπως αυτή εκφράζεται σε επίπεδο θέσεων, αλλά
κυρίως με τη στάση του απέναντι στα μαζικά κινήματα και στην Τοπική
Αυτοδιοίκηση. Δέχεται πλέον απροκάλυπτα τους βασικούς πυλώνες της
καπιταλιστικής στρατηγικής, κι έχει εγκαταλείψει κάθε στοιχείο
ριζοσπαστισμού. Κανείς πια δεν μπορεί να έχει αυταπάτες για το «σχέδιο
ΣΥΡΙΖΑ», καμία αναμονή ή λογική «κριτικής στήριξης» δεν ευσταθεί,
αντίθετα στέκεται αντικειμενικά εμπόδιο στη συγκρότηση του κοινωνικού
και πολιτικού μπλοκ που θα διεκδικήσει με μαζικούς και ανατρεπτικούς
όρους τη χάραξη ενός άλλου δρόμου, υπέρ των συμφερόντων των εργαζομένων
και σε απευθείας σύγκρουση με το μεγάλο κεφάλαιο και τις στρατηγικές
επιλογές του.
Άλλωστε το καπιταλιστικό σύστημα, λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά κι
επειδή «παίζει χωρίς αντίπαλο» από την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ
και εξής, δεν κάνει παραχωρήσεις προς τις μάζες -παρά μόνο εάν εκβιαστεί
από ένα ανατρεπτικό εργατικό και λαϊκό κίνημα. Γι’ αυτό επιλέγει το
αντίθετο, και μάλιστα με κάθε κόστος! Το παράδειγμα της Ουκρανίας
δείχνει ότι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν σε σκληρές επιλογές, οι οποίες
συμπεριλαμβάνουν ακόμη και το κοινό μέτωπο νεοναζί και νεοφιλελεύθερων.
Θέλουμε δεν θέλουμε, αναμετριόμαστε με συνθήκες που έχουν μέσα τους το
σπέρμα της ανατροπής. Σε τέτοιες συνθήκες, το ερώτημα της επαναστατικής
θεωρίας, τακτικής και στρατηγικής που να αντιστοιχούν στο σήμερα ίσως
τεθεί νωρίτερα και με πιο σκληρούς όρους απ' όσο φανταζόμαστε.